Αναζητώντας το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Αναζητώντας το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Αναζητώντας το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Το να λες: «Δεν μ’ απασχολεί η πολιτική», είναι σαν να λες:

                       «Δεν μ’ απασχολεί η ζωή»

Jules Renard, 1864-1910, Γάλλος συγγραφέας

Στη σημερινή εποχή, παρακολουθώντας όσα συμβαίνουν σε παγκόσμιο επίπεδο, είναι εύκολο να καταλάβει κανείς πως αμφισβητούνται πλήρως οι θεμελιώδεις αξίες της δημοκρατίας και του ανθρωπισμού. Από τις απαρχές μιας παρακμής με απρόβλεπτη κατάληξη, δεν λείπει ο θεσμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με την πλειοψηφία, η κατάσταση που έχει δημιουργηθεί είναι αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης, καθώς και των εθνικών τραυμάτων που προϋπήρχαν αλλά η ίδια η οικονομική κρίση έφερε ξανά στο προσκήνιο. Συχνά ακούμε τη φράση «δημοκρατικό έλλειμμα» της Ένωσης, δηλαδή την έλλειψη συμμετοχής των πολιτών στην κοινοτική διαδικασία λήψης αποφάσεων. Είναι επιτακτική ανάγκη οι πολίτες να προβληματιστούν για το πώς η συζήτηση για τα προβλήματα και το μέλλον της ολοκλήρωσης θα μπορούσε να γίνει πιο μεθοδική. Πρώτο και κύριο, απαιτείται μια προσπάθεια αντιμετώπισης και κατανόησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για αυτό που πραγματικά είναι, αναγκαία η αλλαγή της επικρατούσας λογικής ότι ευρωπαϊκή ένωση και εθνικό κράτος δεν ταυτίζονται. Στη σημερινή Ελλάδα, ακόμα απουσιάζει από τον πολιτικό και δημόσιο λόγο ο προβληματισμός για τη διάπλαση της ευρωπαϊκής ιδιότητας του πολίτη. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα, τη μη ικανοποιητική αντιπροσώπευση των κρατών-μελών στην Ευρωπαϊκή Ένωση και αυτό με τη σειρά του οδηγεί στην απήχηση κομμάτων με αντιευρωπαϊκές διαθέσεις.

Το ευρωπαϊκό εγχείρημα εμπνεύστηκε από την αναγκαιότητα για ειρήνη και για την τιθάσευση του εθνικισμού. Το κύριο πλεονέκτημα η εδραίωση της ειρήνης στη Γηραιά Ήπειρο, καθώς έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην ανάπτυξη των χωρών που εγκατέλειψαν τα ολοκληρωτικά καθεστώτα με τη διάλυση της Σοβιετικής ένωσης. Η Ευρωπαική Ένωση, μετά το 1945, φάνηκε να είναι ένας τρόπος για τον εκπολιτισμό των εθνών της Ευρώπης. Αιτιολογήθηκε σαν το κύριο κίνητρο για ειρήνη κόντρα στις παράλογες εθνικές αντιπαλότητες που οδήγησαν στην αιματοχυσία. Πριν το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο αυτοσκοπός των δημοκρατικών κρατών ήταν να διαθέτουν μεγάλες δαπάνες για την άμυνα. Σήμερα, ο πόλεμος δεν περνάει καν από το μυαλό των περισσοτέρων από εμάς. Δεν υπάρχει αναδρομική ισχύς. Η γενιά η δικιά μας και η προηγούμενη γενιά από εμάς δεν έχει ζήσει σε κοινωνίες πολέμου και δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει το βέλτιστο αγαθό της ύπαρξης της ειρήνης. Μέχρι τη δεκαετία του 1990, οι Ευρωπαίοι ηγέτες προέρχονταν από τις γενιές που είτε είχαν ζήσει τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, είτε είχαν δει από πρώτο χέρι τις κατεστραμμένες ζωές μετά το 1945. Η σημερινή γενιά ηγετών βρίσκεται μακριά από τη φρίκη του πολέμου. Ο πόλεμος στη Συρία, αν και συμβαίνει δίπλα μας, είναι ταυτόχρονα πολύ μακριά από μας, χάρη στην ασφάλεια που μας παρέχει η Ευρώπη. Έτσι, εύκολα ξεχνάμε ότι η Ευρώπη κάποτε ήταν η πιο στρατιωτικοποιημένη περιοχή του πλανήτη.

Η σημερινή κοινωνία στηρίζεται στην παγκόσμια διάχυση της τεχνολογίας και της πληροφορίας, ενώ τα προβλήματα σε παγκόσμια κλίμακα είναι πολλά, όπως η κλιματική αλλαγή, η μετανάστευση και η τρομοκρατία. Ο μεγαλύτερος εχθρός των δημοκρατικών κοινωνιών είναι ο φόβος, ο καλλιεργούμενος φόβος, ο οποίος παράγει εγωιστικές τάσεις και αυτές οδηγούν σε εθνικισμό. Ένα εύλογο ερώτημα που τίθεται σήμερα είναι «γιατί, ενώ υπάρχει αστείρευτη πηγή πρόσβασης στην πληροφορία, υπάρχει τεράστιο επικοινωνιακό έλλειμμα;». Οι πολίτες διαμαρτύρονται για το έλλειμμα γνώσης ή πληροφόρησης που προκύπτει από τη δυσκολία απόκτησης αξιόπιστων πληροφοριών σχετικά με το τι κάνει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Επιτροπή χρησιμοποιεί το Ευρωβαρόμετρο ως μέσο συνδιαλλαγής με τους πολίτες. Παράλληλα, οι Βρυξέλλες, ενώ διαθέτουν τεράστιο δημοσιογραφικό δίκτυο, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης προτιμούν να καλύπτουν έκτακτα γεγονότα, έκτακτες συνόδους κορυφής και όχι καθημερινά έργα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αποτέλεσμα να την συνδέουμε με τον Γιούνκερ, τη Μέρκελ και τον Ολλάντ.

Πλέον με τα παράδοξα που συμβαίνουν στον εκλογικό χάρτη, η παρουσία αντιευρωπαϊκών λαϊκιστικών κομμάτων αυξάνεται ολοένα και περισσότερο και υπονομεύει περαιτέρω την ικανότητα των πολιτών να έχουν αξιόπιστη πληροφόρηση σχετικά με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η αδιαφορία των πολιτών για τις ευρωεκλογές, από την άλλη πλευρά, είναι ορατή. Οι εκλογείς, κατά κύριο λόγο, με την ψήφο τους εκφράζουν την γνώμη τους για τις επιδόσεις της κυβέρνησης και όχι για το έργο της Ένωσης. Οι ευρωεκλογές έχουν χαρακτηρισθεί «δευτέρας τάξης» αναμετρήσεις. Τα παραπάνω υπονοούν μια δημοσία δυσαρέσκεια έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και μια έλλειψη ενδιαφέροντος για τον πραγματικό τρόπο λειτουργίας της. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα μοναδικό επίτευγμα. Αυτό που είναι υποχρεωμένος να θυμάται ο Έλληνας πολίτης είναι το γεγονός ότι όλες οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών  έχουν συμφωνήσει να συνεργάζονται σε διαφόρους τομείς πολιτικής, ακόμα και αν αυτό σημαίνει ότι μειώνεται η ικανότητά τους να ενεργούν ανεξάρτητα. Επομένως, τα κόμματα της αντιπολίτευσης όταν υποστηρίζουν ότι θα διαπραγματευτούν με καλύτερους όρους ή εναλλακτικές πολιτικές με την Ευρωπαϊκή Ένωση, μάλλον σκέφτονται εσφαλμένα.

Η Ευρώπη περνάει μία πολλαπλή κρίση. Σήμερα υπάρχει πολιτικοποίηση των προβλημάτων. Πριν από κάποια χρόνια, είχαμε ευρωσκεπτικισμό, ο οποίος εκφράστηκε με ευρωφοβία στις ευρωεκλογές του 2014. Τώρα έχουμε φύγει από τον ευρωσκεπτικισμό και έχουμε περάσει στη φάση του ευρωαρνητισμού. Η κρίση των πολιτικών συστημάτων στην Ευρώπη και στον κόσμο είναι γεγονός, με δεξιόστροφη έκφραση (Λεπέν, Γαλλία-Φάρατζ, Αγγλία), με αριστερόστροφη σε πιο αδύναμες χώρες(Ποδέμος, Ισπανία-Σύριζα, Ελλάδα) ή ιδιόμορφη (Μπέπε Γκρίλο, Ισπανία). Ζούμε στην εποχή της μετα-αλήθειας, το λέμε σήμερα post-truth politics. Δεν υπάρχουν αξιοσημείωτες αλλαγές, ζούμε σε μια κοινωνία αναστοχασμού και είναι επιτακτική ανάγκη εμείς οι ίδιοι να αλλάξουμε για να προσαρμοστούμε στις νέες συνθήκες. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε πως οι συζητήσεις περί παιδείας και εκπαίδευσης είναι σημαντικότερες από το πόσο θα περικοπούν οι συντάξεις. Η κριτική σκέψη είναι αυτή που θα εξασφαλίσει καλύτερο μέλλον για εμάς και τα παιδιά μας. Δίχως αυτήν ο εν δυνάμει εκλογέας δεν θα μπορέσει να διακρίνει το καλό από το κακό, το δίκαιο από το άδικο και θα είμαστε καταδικασμένοι να υπηρετούμε την πολιτική των δημαγωγών. Σκεφτείτε μόνο το «Όχι» σε ένα δημοψήφισμα, που τελικά σήμαινε «Ναι» και ακόμη ψάχνουμε τη χρησιμότητα του…

 

Αργυρώ Γαβριλάκη,

μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ

Επισκεφθείτε τη σελίδα μας.

Ακολουθήστε το ΚΕΑΣΜ στο Facebook.

keasm

Leave a Reply

Close